Ο Nίκος Καραφυλλίδης αναζητά την αλήθεια,μέσα από τις σελίδες του πρώτου του βιβλίου


Άνθρωπος χαρισματικός, οξυδερκής και με βαθειά ενσυναίσθηση, ο Νίκος Καραφυλλίδης, μοιάζει να ακροβατεί -ή καλύτερα να ισορροπεί- ανάμεσα σε δύο ετερόκλητους κόσμους.

Τον κόσμο του εγκλήματος- το οποίο μάχεται με αυταπάρνηση ως αστυνομικός της ΕΛ.ΑΣ- και εκείνον της λογοτεχνίας και της συγγραφής που αποτελούσαν ανέκαθεν ένα μεγάλο του πάθος. Έχοντας πρόσφατα παραδώσει στην κρίση του αναγνωστικού κοινού το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Λέγοντας αλήθειες», μιλά στις θεσσαλικές Επιλογές για όλα εκείνα τα συναισθήματα και τις εσωτερικές ανάγκες που τον οδήγησαν στη γραφή, μετουσιώνοντας σε μυθιστόρημα, βιώματα και καταστάσεις που τον σημάδεψαν.


Κύριε Καραφυλλίδη, πως πήρατε την απόφαση να γράψετε ένα μυθιστόρημα; Πολλοί ενδεχομένως να νιώθουν αυτή την ανάγκη, όμως στην πράξη, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Πρόκειται για ένα παιδικό όνειρο και ένα πάθος που δεν κορέστηκε με το πέρασμα των χρόνων. Αντιθέτως γιγαντώθηκε. Το γεγονός επίσης ότι λόγω της επαγγελματικής μου θέσης, βρέθηκα αντιμέτωπος με ακραίες καταστάσεις, άλλοτε βίαιες και σκληρές και άλλοτε βαθιά ανθρώπινες, με επηρέασε ακόμη περισσότερο και αποτέλεσε μια ακόμη αφορμή, μια εσωτερική ανάγκη να εκ- φράσω, σκέψεις και συναισθήματα. Πως ήταν η στιγμή που καθίσατε μπροστά στον υπολογιστή και είπατε «τώρα θα γράψω». Πως η πρώτη λέξη έγινε πρόταση και η πρόταση κεφάλαιο; Ήταν μια στιγμή αμήχανη. Ένιωσα σαν παιδί την πρώτη μέρα στο σχολείο. Σταδιακά όμως, όλο αυτό που μέχρι πρότινος ήταν ένα συνονθύλευμα σκέψεων μέσα στο μυαλό μου, άρχισε να παίρνει υπόσταση δημιουργώντας αβίαστα μια ιστορία, με ήρωες καθημερινούς που ζουν, ελπίζουν, αδικούν και αδικούνται, γίνονται θύτες και θύματα και αναζητούν, όπως ο κάθε άνθρωπος, τη λύτρωση. H πλοκή τοποθετείται σε ένα φανταστικό χωριό της βόρειας Εύβοιας και αφορά σε κοινωνικά προβλήματα και καταστάσεις που ανέκυψαν -εντονότερα- τα τελευταία χρόνια στη σύγχρονη μνημονιακή Ελλάδα.

Το γεγονός επίσης ότι η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό, έχει να κάνει με τις προσωπικές μου αναφορές από τον τόπο καταγωγής μου, τη Μάνδρα Λάρισας αλλά και την ανάγκη για αποκέντρωση, την οποία όλο και πιο έντονα, όλο και περισσότερος κόσμος βιώνει στις μέρες μας. Γράφοντας, θυμήθηκα πολλές δικές μου βιωματικές καταστάσεις από το χωρίο και την παιδική μου ηλικία και κάποια στιγμή, συνεπαρμένος, πίστευα ότι ζούσα κι εγώ κάπου εκεί ανάμεσα στους ήρωες επηρεάζοντας κατά κάποιον αιρετικό τρόπο τις ζωές τους. 
Χρειάστηκαν 2,5 χρόνια για να το ολοκληρώσω. Bλέποντας τώρα το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας μπορώ να πω ότι η γραφή είναι ένα απίστευτο, λυτρωτικό ταξίδι που οδηγεί σε μονοπάτια που δεν πίστευα ότι υπάρχουν. νομίζω ότι με βοήθησε να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Στο βιβλίο σας χρησιμοποιείτε την εξομολόγηση, ως την ύστατη προσπάθεια των ηρώων να απελευθερωθούν από πάθη, λάθη και αμαρτήματα του παρελθόντος αλλά και ως μέσο για να απογυμνώσετε τους χαρακτήρες.  Θα μπορούσαμε -διατηρώντας σαφώς τις απαιτούμενες αποστάσεις- να προσομοιάσουμε την εξομολόγηση με την ομολογία που αποσπά ένας αστυνομικός στο πλαίσιο της προανάκρισης;

Αυτό είναι ένα θέμα που τέθηκε και στη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου στη Λάρισα, όπου είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε δύο διαφορετικές επιστημονικές απόψεις, με την κ. Γιαννακού Μαρία - Διδάκτωρ Ψυχολογίας και Ψυχολόγο της Ελληνικής Αστυνομίας να διατηρεί αποστάσεις ανάμεσα στην ψυχοθεραπεία και τη θρησκεία και τον έτερο ομιλητή, τον παιδοχειρουργό κ. Ευρυπίδη Πραντσούδη, να κάνει λόγο για συγγενείς έννοιες. Για να απαντήσω στην ερώτηση σας, προσωπική μου άποψη είναι πως η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται στην κατάνυξη και στην πνευματικότητα που πηγάζει από το μυστήριο της εξομολόγησης. Φαινομενικά ενδεχομένως να υφίστανται κάποια κοινά στοιχεία, ωστόσο στην περίπτωση της εξομολόγησης έχουμε έναν άνθρωπο που οικειοθελώς προσέρχεται για να «προδώσει» τον εαυτό του και να περιγράψει πράγματα για τα οποία ντρεπόταν ή φοβόταν, κάτι που σαφώς δεν συμβαίνει στην προανάκριση όπου ο αστυνομικός καλείται να αποσπάσει την ομολογία.

Σε ό,τι αφορά στην πλοκή, η εξομολόγηση ήταν συγγραφικά το κατάλληλο εργαλείο για να αναδείξω τους πραγματικούς χαρακτήρες και την ανάγκη τους για λύτρωση και μετάνοια αλλά και μια προσωπική μου ανάγκη να μεταφέρω εικόνες και συναισθήματα από την επίσκεψή μου στο Άγιο Όρος. Οι ιστορίες που ακούγονται στη διάρκεια της εξομολόγησης, ακραίες και μη, είναι κάτι που μένει στους αναγνώστες του βιβλίου να ανακαλύψουν.

Πότε βρίσκατε χρόνο αλλά και διάθεση για να γράψετε, δεδομένου ότι έχετε οικογένεια αλλά και μια απαιτητική εργασία;

Ολόκληρο το βιβλίο έχει γραφτεί αποκλειστικά μεταμεσονύκτιες ώρες, όταν προφανώς η οικογένεια κοιμόταν και υπήρχε λίγος χρόνος να αφιερωθώ στις σκέψεις μου. Όσοι έχουν παιδιά σίγουρα καταλαβαίνουν τι εννοώ…

Πως εισέπραξαν οι συνάδελφοι σας το ό,τι γράψατε ένα βιβλίο;

Όσοι με γνώριζαν καλά από την υπηρεσία πιστεύω ότι δεν εξεπλάγησαν, με την έννοια ότι η ίδια η προανάκριση πολλές φορές σε οδηγεί στο να βελτιώνεις τη γραφή σου. Περισσότερο νομίζω ότι εξεπλάγησαν οι συγγενείς αλλά και οι συμφοιτητές μου στο μεταπτυχιακό που παρακολουθώ στο ΤΕΙ, πάνω στη διοίκηση επιχειρήσεων.

Ίσως πρόκειται για στερεότυπο, όμως δεν είναι κάπως ασύμβατη η ρομαντική- ευαίσθητη φύση της λογοτεχνίας με τη σκληρότητα του αστυνομικού επαγγέλματος;

Η βία είναι κομμάτι της καθημερινότητας όλων μας και δεν αφορά μόνο τους αστυνομικούς και τις καταστάσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν στο πλαίσιο του επαγγέλματός τους. Βία είναι το να μην μιλάς με τα αδέρφια σου για οικονομικές ή άλλες διαφορές, το να μην έχεις σχέσεις με τους γείτονες, το να επιθυμείς το κακό του διπλανού σου, ακόμη και αν δεν φτάσεις πότε στο να το εκφράσεις με οποιαδήποτε πράξη. Βία είναι επίσης το να ανέχεσαι τη βία ή να την προσπερνάς. Κάτι που στις μέρες μας, με τη διάδοση του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι πολύ έντονο. Στις μέρες μας ακόμη και τα πιο ειδεχθή εγκλήματα που βγαίνουν στη δημοσιότητα, αφομοιώνονται και ξεχνιούνται μέσα σε λίγα λεπτά. Ένα κλικ παρακάτω και η είδηση προσπερνιέται, σαν να μην έγινε ποτέ. Σαν να μην μας αφορά. Προσωπική μου θέση είναι, ότι πέρα από ευχολόγια ή ουτοπικές επιθυμίες καλό θα ήταν ως άνθρωποι να αναλογιστούμε την ατομική μας ευθύνη, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που οδηγεί στη βία και να παλέψουμε για το αντίθετο. Η ατομική ευθύνη είναι μια έννοια που αναπτύσσω και στις σελίδες του βιβλίου. Οι καταστάσεις που περιγράφονται θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν οι ήρωες του μυθιστορήματος έπαιρναν μια διαφορετική απόφασή. Πάντα είχαν και δεύτερη επιλογή. Την επιλογή να μην κάνουν το κακό. Δεν μπορούμε να αναγάγουμε τα πάντα στην κοινωνία και στο κατεστημένο. Είμαστε νοήμονα όντα.

Timeline

Εκδότρια: Δανάη Δημητρακοπούλου

Αρχισυνταξία: Χαρίκλεια Βλαχάκη
Σύνταξη: Παναγιώτα Φούντα
Δημιουργικό: Εύη Αγγελούλη
Επικοινωνία: epiloges@eleftheria.gr
Τηλ.: 2410 660335 
Δημοσιογραφικός Οργανισμός “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ

 Για την προβολή της επιχείρησής σας επικοινωνήστε με το διαφημιστικό τμήμα.

  • Υπεύθυνη: Σταυρούλα Γκρίλλα
  • Διεύθυνση: Παπασταύρου 6, Λάρισα
  • Τηλ.: 2410 564029
  • email: dtp@eleftheria.gr
  • Media Kit

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

SOCIAL MEDIA

Καρφιτσώστε τις Θεσσαλικές επιλογές στο pinterest Ακολουθήστε τις Θεσσαλικές επιλογές στο instagram